1. Διάγνωση και Αντιμετώπιση Μαθησιακών Προβλημάτων

Από τις πρώτες κιόλας τάξεις του δημοτικού σχολείου μπορεί να γίνει αντιληπτό εάν ένα παιδί αντιμετωπίζει μαθησιακά προβλήματα. Εάν παρουσιάζει, δηλαδή, δυσαναγνωσία ή δυσγραφία, εάν το χαρακτηρίζει μια σχετική δυσκολία στην εκτέλεση αριθμητικών πράξεων, εάν εμφανίζει κενά μνήμης ή εάν διασπάται εύκολα η προσοχή του και αδυνατεί να παραμείνει συγκεντρωμένο σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, εκδηλώνοντας έντονη υπερκινητικότητα.

Εκτός από τους κληρονομικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, σημαντικό ρόλο στην διαμόρφωση του συγκεκριμένου φαινομένου διαδραματίζει το σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού.

Αποτέλεσμα των μαθησιακών προβλημάτων είναι οι ελλιπείς ή ακόμη και ανεπαρκείς σχολικές επιδόσεις, χωρίς αυτό, ωστόσο, να συνδέεται με ένα χαμηλό νοητικό επίπεδο, αφού τα παιδιά με μαθησιακά προβλήματα συχνά παρουσιάζουν εξαιρετικές ικανότητες σε εξωσχολικές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, έχει παρατηρηθεί ότι η δυσλεξία – ειδική μορφή μαθησιακού προβλήματος, που σχετίζεται με δυσκολία στην αποκωδικοποίηση του γραπτού λόγου – συχνά συνδέεται με ανεπτυγμένη φαντασία ή έντονη καλλιτεχνική κλίση. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, μάλιστα, ένα ποσοστό 10 – 15% παιδιών με νοημοσύνη εντός φυσιολογικών ορίων εμφανίζει μαθησιακές δυσκολίες και ένα 6% δυσκολία στις αριθμητικές πράξεις.

Ο σπουδαιότερος αντίκτυπος των μαθησιακών προβλημάτων αφορά στον ψυχολογικό κόσμο του παιδιού και στην κοινωνική του ενσωμάτωση. Το αίσθημα απογοήτευσης και απόρριψης, που προκύπτει από την δυσκολία ανταπόκρισης στις μαθησιακές υποχρεώσεις, μεταφράζεται σε χαμηλή αυτοεκτίμηση, η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε τάση προς απομόνωση και επιθετική συμπεριφορά.

Κατά συνέπεια, η εκπαιδευτική παρέμβαση που ακολουθείται έχει ως κύριους άξονες την ψυχολογική στήριξη και την εξατομικευμένη προσαρμογή του εκπαιδευτικού υλικού στις δυνατότητες, τις ανάγκες και τις αδυναμίες του παιδιού.

Η έγκαιρη διάγνωση των μαθησιακών προβλημάτων, διαμέσου της χρήσης ειδικών ψυχομετρικών τεστ, τεστ κατανόησης, καθώς και τεστ γραφής και ανάγνωσης εξασφαλίζει την επιτυχέστερη αντιμετώπισή τους. Σημαντικότερο, ανάμεσά τους, είναι το «Αθηνά τεστ», που χρησιμεύει στην ανίχνευση και την αξιολόγηση των μαθησιακών δυσκολιών.

  2. Εκπαιδευτική Παρέμβαση σε παιδιά με Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές / Αυτισμό

Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές είναι οι νευροαναπτυξιακές διαταραχές που χαρακτηρίζονται κυρίως από αποκλίσεις από την τυπική ανάπτυξη και δευτερευόντως από καθυστερήσεις σε αυτήν. Οι αποκλίσεις παρουσιάζονται στις λειτουργίες της επικοινωνίας και της κοινωνικοποίησης.

Συχνά, χρησιμοποιείται ο όρος «Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή» (Δ.Α.Δ.) προκειμένου να γίνει αναφορά στον Αυτισμό. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια ευρύτερη κατηγορία στην οποία περιλαμβάνονται διαταραχές, όπως:

  • ο Αυτισμός
  • η Διαταραχή Asperger
  • η Παιδική Αποδιοργανωτική Διαταραχή
  • η Διαταραχή Rett
  • η Άτυπη Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή

Το σύνδρομο Asperger είναι μια ελαφριά μορφή αυτισμού, η οποία παρουσιάζει προβλήματα όχι τόσο στο επίπεδο της γλωσσικής ανάπτυξης, όσο στο επίπεδο της κοινωνικής ενσωμάτωσης, κυρίως κατά τη διάρκεια της εφηβείας.

Η διαταραχή Rett και η Παιδική Αποδιοργανωτική Διαταραχή είναι περισσότερο σπάνιες και εμφανίζονται μετά από μια σύντομη περίοδο φυσιολογικής ανάπτυξης, παρουσιάζοντας η μεν πρώτη, ειδικά ελλείμματα σε πολλούς τομείς ανάπτυξης, ενώ η δεύτερη, παλινδρόμηση και σταδιακή απώλεια δεξιοτήτων που έχουν αποκτηθεί σε προγενέστερα στάδια ανάπτυξης.

Η Άτυπη Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή παρουσιάζει, κάποια, άλλα όχι όλα τα χαρακτηριστικά του τυπικού αυτισμού.

Ο Αυτισμός εμφανίζεται σε προ-νηπιακή ηλικία και μπορεί να διαγνωστεί από τους 6 πρώτους μήνες της ζωής ενός παιδιού. Συχνά γίνεται χρήση του όρου «αυτιστικό συνεχές» ή «αυτιστικό φάσμα» προκειμένου να υποδηλωθεί το πλήθος, καθώς και η ποικιλομορφία των συμπτωμάτων της νευροαναπτυξιακής αυτής διαταραχής.

Μερικά, ωστόσο, από τα πιο κοινά χαρακτηριστικά του αυτισμού είναι:

  • η περιορισμένη γλωσσική ανάπτυξη και η συνακόλουθη δυσκολία στην επικοινωνία – δυσχέρεια στη χρήση και την κατανόηση της γλώσσας, αδυναμία έναρξης ή διατήρησης μιας συζήτησης.
  • η υπερευαισθησία ή η παντελής έλλειψη αντίδρασης σε αισθητηριακά ερεθίσματα και πληροφορίες. Έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα υπερευαισθησίας σε χαμηλού ή μέσου μεγέθους ήχους, υπερβολικής αντίδρασης στο έντονο φως, αναστάτωσης σε περίπτωση σωματικής επαφής αλλά και συμπτώματα μεγάλης αντοχής στον πόνο, το κρύο ή τη ζέστη.
  • οι περιορισμένες κοινωνικές δεξιότητες – αδυναμία κατανόησης των συναισθημάτων και των απόψεων των άλλων στα πλαίσια της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Καθώς επίσης και η λανθασμένη αποκωδικοποίηση της μη-λεκτικής επικοινωνίας. Η βλεμματική επαφή, οι χειρονομίες, οι μορφασμοί αποτελούν στοιχεία κενά νοήματος ή πολλές φορές μεταφράζονται με τρόπο διαστρεβλωμένο.
  • η επαναλαμβανόμενη, στερεοτυπική συμπεριφορά, οφειλόμενη στο περιορισμένο εύρος ενδιαφερόντων αλλά και στην έλλειψη προσαρμοστικότητας στις αλλαγές και τις καινούριες συνθήκες. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις η παραμικρή τροποποίηση της καθημερινής ρουτίνας μπορεί να επιφέρει επιθετική ή ακόμη και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά.
  • η ανομοιογενής ανάπτυξη των γνωσιακών λειτουργιών. Στον αυτισμό παρατηρείται ο εξαιρετικά περίπλοκος συνδυασμός διανοητικών μειονεξιών και αυξημένων ταλέντων. Η αδυναμία κατανόησης του φανταστικού παιχνιδιού και η δυσκολία στην μίμηση συνυπάρχουν με την ύπαρξη ιδιαίτερων ικανοτήτων στη ζωγραφική ή τη μουσική. Το ίδιο συμβαίνει με την αδυναμία συγκέντρωσης και τις εξαιρετικές δυνατότητες απομνημόνευσης και εκτέλεσης δύσκολων μαθηματικών πράξεων.

Θεραπευτική μέθοδος που να οδηγεί σε πλήρη αποκατάσταση δεν υφίσταται, παρά μόνο μεθοδολογίες εκπαιδευτικής παρέμβασης, οι οποίες όσο πιο έγκαιρα εφαρμοστούν, τόσο θεαματικότερα τα αποτελέσματα στην ανάπτυξη δεξιοτήτων και την ομαλότερη ενσωμάτωση στο κοινωνικό περιβάλλον.

Ανάλογα, πάντοτε, με τη φύση της διαταραχής, η Εκπαιδευτική Παρέμβαση έχει ως βασικούς άξονες:

  • τη συστηματική και εντατική παρέμβαση σε πρώιμο στάδιο
  • την εξατομικευμένη προσέγγιση
  • την έμφαση στην ανάπτυξη κοινωνικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων
  • την ένταξη σε ένα δομημένο περιβάλλον εκπαίδευσης με συγκεκριμένη ρουτίνα και, όταν είναι δυνατόν, σε τυπικό σχολικό και κοινωνικό περιβάλλον
  • την εμπλοκή της οικογένειας στη διαδικασία της εκπαίδευσης

3kids  7kids

 

  3. Πρωινό Πρόγραμμα Εκπαίδευσης και Ανάπτυξης για Παιδιά Προσχολικής Ηλικίας

Από τον Σεπτέμβριο του 2008, λειτουργεί σε καθημερινή βάση, κατά τη διάρκεια των πρωινών ωρών, ειδικό τμήμα ανάπτυξης γνωστικών, κοινωνικών και επικοινωνιακών δεξιοτήτων για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Στόχος του προγράμματος αυτού είναι η ομαλή και επιτυχημένη ενσωμάτωση των παιδιών στο σχολικό και κοινωνικό τους περιβάλλον, η ανάπτυξη δηλαδή της σχολικής ετοιμότητας.

Για την τήρηση ενός οργανωμένου και σωστά δομημένου πλαισίου, οι δραστηριότητες του τμήματος στηρίζονται από Λογοθεραπευτή και Βοηθό Παιδαγωγού και συντονίζονται υπό την εποπτεία Ψυχολόγου.

Μερικές από τις δραστηριότητες που εφαρμόζονται είναι:

α) Δραστηριότητες για την ανάπτυξη της αδρής και της λεπτής κινητικότητας, καθώς και του οπτικοκινητικού συντονισμού.

Η αδρή κινητικότητα αφορά στις κινήσεις των κάτω άκρων του σώματος, που σχετίζονται με τη στήριξη, τη βάδιση και την κατάκτηση της ισορροπίας, ενώ η λεπτή κινητικότητα έχει να κάνει με τις κινήσεις των άνω άκρων – χεριών και δαχτύλων – με κυριότερη ανάμεσά τους, αυτή της γραφής.

Δραστηριότητες όπως τα κατασκευαστικά παιχνίδια, τα παζλ, η ζωγραφική, οι χειροτεχνίες, τα παιχνίδια ευκινησίας και επιδεξιότητας κ.α. έχουν σα στόχο την κινησιολογική εξέλιξη και, κατά συνέπεια, τη γενικότερη κοινωνική, πνευματική και ψυχική ανάπτυξη του παιδιού.

Επιδιωκόμενοι μαθησιακοί στόχοι είναι:

  • η απόκτηση σωματογνωσίας – η συνειδητοποίηση και ο έλεγχος των κινήσεων του σώματος
  • η ανάπτυξη κινητικών δεξιοτήτων, που επιτρέπουν την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον
  • η εξοικείωση με το μέγεθος, το σχήμα και τη συνολική εικόνα των αντικειμένων γύρω τους
  • η απόκτηση χωροχρονικού προσανατολισμού και συντονισμού κίνησης και όρασης

β) Παροχή της κατάλληλης παιδαγωγικής αγωγής και ψυχολογικής υποστήριξης για τον έλεγχο των σφιγκτήρων, για την εκπαίδευση, δηλαδή, του παιδιού στη χρήση της τουαλέτας.

γ) Φανταστικό ή συμβολικό παιχνίδι και παιχνίδι διαδοχής ή εναλλαγής σειράς. Η κοινή ετυμολογική προέλευση των λέξεων «παιδεία» και «παιχνίδι» μαρτυρά τον εκπαιδευτικό χαρακτήρα του παιχνιδιού. Ο ρόλος του, ως εκπαιδευτικού μέσου, είναι καθοριστικής σημασίας για την κοινωνική, συναισθηματική και διανοητική ανάπτυξη του παιδιού, αρκεί να εμπεριέχονται σε αυτό στοιχεία, όπως, η ομαδικότητα, η διασκέδαση και ο αυθορμητισμός, σε συνδυασμό με τη σαφήνεια των εκπαιδευτικών στόχων.

Διαμέσου του παιχνιδιού,

  • προωθείται η ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων και δίνεται η ευκαιρία για κοινωνική και επικοινωνιακή αλληλεπίδραση, μέσα από τη βίωση και έκφραση συναισθημάτων και την καλλιέργεια της «ενσυναίσθησης»
  • εξασφαλίζεται η ψυχική ισορροπία του παιδιού, χάρη στο γεγονός ότι αποτελεί μέλος μιας ομάδας, η οποία διέπεται από συγκεκριμένους κανόνες και στην οποία ευνοείται η ανάπτυξη πνεύματος συνεργασίας, ενώ συγχρόνως, ενισχύεται η αυτοπεποίθησή του, χάρη στην αποδοχή που εισπράττει, αισθανόμενο χρήσιμο και σημαντικό μέλος της ομάδας αυτής
  • επιτυγχάνεται η κατάκτηση γλωσσικών δεξιοτήτων, μέσα από την απόκτηση γνώσης και τη δυνατότητα καλύτερης κατανόησης του κόσμου – προσδίδονται ονομασίες και ιδιότητες στα αντικείμενα με συνέπεια την έκθεση σε έναν πλούτο γλωσσικών ερεθισμάτων, που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της λεκτικής έκφρασης

Πιο συγκεκριμένα, με το φανταστικό ή συμβολικό παιχνίδι, είτε προσδίδεται στα αντικείμενα μια ιδιότητα διαφορετική από αυτή που έχουν στην πραγματικότητα, π.χ. η χτένα αποκτά την χρήση μικροφώνου, είτε χρησιμοποιείται το στοιχείο της προσποίησης, π.χ. γίνεται αναπαράσταση ενός πάρτι γενεθλίων. Με τον τρόπο αυτό, δίνεται έμφαση στην ανάπτυξη της φαντασίας, την καλλιέργεια διαπροσωπικών σχέσεων – μέσα από την υπόδυση ρόλων – την εξοικείωση με τη λειτουργία της μίμησης, αλλά και με τη χρήση συμβόλων και συμβολικών κινήσεων, στοιχεία που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ικανότητας διάκρισης μεταξύ πραγματικού και φανταστικού και στη γενικότερη ανάπτυξη της σκέψης. Σε γενικές γραμμές, το φανταστικό παιχνίδι προωθεί σε μεγάλο βαθμό τη σχολική ετοιμότητα του παιδιού.

Αντίστοιχα, με τα παιχνίδια διαδοχής ή εναλλαγής σειράς γίνεται αντιληπτή η έννοια της χρονικής αλληλουχίας, καθώς και της σχέσης αιτίας – αποτελέσματος, γεγονός το οποίο βοηθά στην οργάνωση της σκέψης του παιδιού αλλά και της καθημερινότητάς του. Μαθαίνοντας να περιμένει τη σειρά του σε ομαδικές δραστηριότητες, αναπτύσσει απαραίτητες κοινωνικές δεξιότητες, όπως αυτή της συνεργασίας, της αμοιβαιότητας, της προσαρμοστικότητας και της υπακοής σε κανόνες.

  4. Ατομικά και Ομαδικά Προγράμματα Συζήτησης και Θεματικής Προσέγγισης:
      Επικοινωνιακή – Βιωματική Διδασκαλία (Μέθοδος Project)

Πρόκειται για εκπαιδευτική δράση που στηρίζεται στην εις βάθος διερεύνηση και κατά συνέπεια, διαχείριση ενός θέματος, διαμέσου της βιωματικής προσέγγισης, από 4-μελείς ή 5-μελείς ομάδες παιδιών, ηλικίας 4-6, 6-8 και 9-11 ετών, οι οποίες συντονίζονται υπό την εποπτεία ψυχολόγου.

Τα παιδιά διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη διαδικασία (project). Αρχικά, επιλέγεται το θέμα προς συζήτηση και μελέτη, ανάλογα πάντοτε με τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των παιδιών. Η θεματολογία μπορεί να περιλαμβάνει έννοιες όπως, ο θάνατος, το ψέμα, η ζήλεια, ζητήματα συγγνώμης, προβλήματα από αλλαγές στην εφηβεία ή από το διαζύγιο των γονιών κ.α. Στη συνέχεια, ο ψυχολόγος προσπαθεί να εκμαιεύσει τις υπάρχουσες γνώσεις και εμπειρίες και ενθαρρύνει τα παιδιά να απευθύνουν ερωτήσεις και να διατυπώσουν κρίσεις και προβληματισμούς επί του θέματος. Οι απόψεις τους αποτελούν το έναυσμα για μία γόνιμη αντιπαράθεση με στόχο να δοθούν εξηγήσεις και να βγουν συμπεράσματα.

Η ποικιλία των δραστηριοτήτων και ο βιωματικός τους χαρακτήρας συμβάλλουν στο να διατηρηθεί αμείωτο το ενδιαφέρον των παιδιών. Η συζήτηση, η ζωγραφική και η δραματοποίηση – θεατρικό παιχνίδι – είναι μερικοί από τους τρόπους έκφρασης που υιοθετούνται, ενώ κύριοι άξονες είναι η αλληλεπίδραση και η ανατροφοδότηση (feedback).

Τα οφέλη που προκύπτουν από τη μαθησιακή αυτή μέθοδο είναι ποικίλα και μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:

  • Ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, μέσα από την ενθάρρυνση της πρωτοβουλίας, της συνεργασίας, της συλλογικότητας, της δημιουργικότητας και της ανάπτυξης υγιούς διαλόγου
  • Ανάπτυξη πνευματικών δεξιοτήτων και ενίσχυση της έμφυτης τάσης των παιδιών για έρευνα και μάθηση
  • Ανάδειξη ενδιαφερόντων, τάσεων και ταλέντων, μέσα από τον τρόπο που επιλέγουν τα παιδιά προκειμένου να διατυπώσουν τις ιδέες τους και τα συναισθήματά τους
  • Τέλος, η δυνατότητα που παρέχεται στα παιδιά να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους και κατ' επέκταση να μπορέσουν να αλληλεπιδράσουν αποτελεσματικότερα με το περιβάλλον τους, μέσα από την ανάπτυξη σχέσεων με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας με στόχο την επεξεργασία και κατανόηση των θεμάτων προσέγγισης

Στο τέλος κάθε συνάντησης το θέμα της συζήτησης καταγράφεται από τα ίδια τα παιδιά σε ομαδικό ημερολόγιο.

Εκτός από την ομαδική – συνεργατική μορφή του project, παρέχεται και η δυνατότητα θεματικής προσέγγισης σε ατομικό επίπεδο, με γνώμονα τον εξατομικευμένο προσανατολισμό της διαδικασίας στις συγκεκριμένες ανάγκες του ατόμου.

 

6kids

Γραφείο Πειραιά

  Δογάνης 144, Τ.Κ.: 18546

  2104080083 Fax: 2104080083
     6938071393

  tsantoulisofia@hotmail.com

www.thecepsy.gr

Γραφείο Κολωνός

  Άστρους 85-87, Τ.Κ.: 10441

  2105149690

www.psihotherapia.gr

Γραφείο Λακωνία

  Γ. Βαρβαρέσσου 43, Νεάπολη
      Τ.Κ.:  23053

  2734029190 Fax: 2734029191

Ακολουθήστε μας:


Το γραφείο είναι συμβεβλημένο με
όλα τα ασφαλιστικά ταμεία